Ο Ολυμπιακός και ο Παναθηναϊκός δεν τα κατάφεραν και έτσι, οι δύο «αιώνιοι» θα βρεθούν αντιμέτωποι στον μικρό τελικό του φάιναλ-4 της Ευρωλίγκας, με στόχο να κατακτήσουν την τρίτη θέση.
Στα ημιτελικά, οι «ερυθρόλευκοι» ηττήθηκαν από τη Μονακό με 78-68, ενώ οι «πράσινοι» έχασαν από τη Φενέρμπαχτσε με 82-76 και αμφότεροι απώλεσαν μία μεγάλη ευκαιρία να διεκδικήσουν το τρόπαιο της κορυφαίας ευρωπαϊκής διασυλλογικής διοργάνωσης, ούσες φαβορί.
Η γαλλική ομάδα προκρίθηκε στον μεγάλο τελικό της Ευρωλίγκας για πρώτη φορά στην ιστορία της και θα επιδιώξει να κατακτήσει το δεύτερο ευρωπαϊκό της τίτλο -έχει ένα Euro Cup- και ο τουρκικός σύλλογος επιστρέφει εκεί ύστερα από επτά χρόνια και συγκεκριμένα από το 2018.
Τόσο ο Βασίλης Σπανούλης, όσο και ο Σαρούνας Γιασικεβίτσιους, παρουσίασαν στο παρκέ κόντρα στους «αιώνιους» δύο άκρως καλοδουλεμένα σύνολα. Οι παίκτες τους ήταν κατάλληλα προετοιμασμένοι, και πνευματικά και αγωνιστικά, ώστε να εκτελέσουν το πλάνο και να παλέψουν για κάθε κατοχή.
Ούτε η Μονακό, ούτε η Φενέρμπαχτσε απειλήθηκαν σημαντικά. Και στη μεγαλύτερη διάρκεια οι δύο ομάδες είχαν το προβάδισμα. Το σημαντικότερο ήταν ότι όταν οι «ερυθρόλευκοι» και οι πράσινοι» επιχείρησαν να επιστρέψουν στο σκορ, ωστόσο οι αντίπαλοί τους είχαν τις λύσεις, αλλά και την ψυχραιμία ώστε να μην τους επιτρέψουν να κάνουν την ανατροπή.
Και οι μεν και οι δε, έχοντας ως «όπλο» την αποτελεσματική άμυνα εξουδετέρωσαν τα «ατού» των αντιπάλων τους, παρά τις προσπάθειες που έκαναν ο Φουρνιέ και ο Όσμαν να μειώσουν τη διαφορά, και την ίδια στιγμή βρήκαν τον τρόπο στην επίθεση να επιβάλουν τον δικό τους ρυθμό.
ΠΟΙΟ ΗΤΑΝ ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΩΝ «ΕΡΥΘΡΟΛΕΥΚΩΝ»
Από την πλευρά του Ολυμπιακού, το βασικό πρόβλημα που αντιμετώπισε η ελληνική ομάδα ήταν ότι έμοιαζε να μην είχε την κατάλληλη πνευματική ετοιμότητα, που απαιτεί ένας ημιτελικός αγώνας στο Φάιναλ-4.
Ένα στοιχείο που καταδεικνύει το συγκεκριμένο ζήτημα ήταν ότι κατά τη διάρκεια, οι «ερυθρόλευκοι» αδυνατούσαν να αντιμετωπίσουν την πίεση που τους ασκούσε η αντίπαλη άμυνα, η οποία όσο περισσότερο βελτιωνόταν τόσο μεγαλύτερα θέματα προκαλούσε.
Επίσης, ένα στατιστικό που αποκάλυψε τη δυσκολία αυτή ήταν το εξαιρετικά χαμηλό ποσοστό τριών πόντων. Οι παίκτες του Γιώργου Μπαρτζώκα ολοκλήρωσαν την αναμέτρηση έχοντας συνολικά 5/27 τρίποντα (18,5%).
ΑΥΤΗ ΗΤΑΝ Η ΔΥΣΚΟΛΙΑ ΠΟΥ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΣΑΝ ΟΙ «ΠΡΑΣΙΝΟΙ»
Από τη μεριά του Παναθηναϊκού, οι παίκτες του Εργκίν Αταμάν είχαν έλλειμμα ενέργειας. Οι τραυματισμοί και η συνολική διαχείριση που αναγκάστηκε να κάνει καθ’ όλη τη φετινή σεζόν ο πολύπειρος τεχνικός προκειμένου να τους διαχειριστεί, έπαιξαν ενδεχομένως καθοριστικό ρόλο.
Ένα «σημάδι» που καταδείκνυε το ζήτημα αυτό ήταν ότι οι «πράσινοι» έμοιαζαν ανήμποροι να ακολουθήσουν την επίθεση της τουρκικής ομάδας, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο η ίδια μετακινούσε τη μπάλα.
Δηλαδή, σε αρκετές στιγμές του παιχνιδιού οι μπασκετμπολίστες του «τριφυλλιού» έδειχναν να είναι πιο αργοί στην αντιμετώπιση των συνεργασιών που επιχειρούσε η Φενέρμπαχτσε για να σκοράρει.
Βεβαίως, η αποβολή του Κέντρικ Ναν, ο οποίος στα μέσα της τέταρτης περιόδου έκανε το 5ο προσωπικό φάουλ του, ήταν η «χαριστική βολή», αφού ο κορυφαίος σκόρερ του Παναθηναϊκού βγήκε εκτός παρκέ οριστικά, με το σκορ να είναι 64-56 υπέρ του συνόλου του Γιασικεβίτσιους.
Οι δύο «αιώνιοι» δεν προκρίθηκαν στο μεγάλο τελικό της Κυριακής. Βάσει της εικόνας που παρουσίασαν στο παρκέ στους δύο ημιτελικούς του φάιναλ-4 της Ευρωλίγκας ο αποκλεισμός τους ήταν απόλυτα δίκαιος.
Εκτός από την τακτική προσέγγιση των προπονητών τους που δεν απέδωσε και δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα, ήταν επίσης η πνευματική ανεπάρκεια του Ολυμπιακού και το έλλειμμα ενέργειας του Παναθηναϊκού που έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη των δύο αγώνων.
Έτσι, έπειτα από μία σεζόν όπου οι βλέψεις και για τις δύο ομάδες ήταν πολύ υψηλές, το φίλαθλο κοινό της χώρας μας τελικά δεν θα ζήσει έναν ελληνικό τελικό στην κορυφαία ευρωπαϊκή διασυλλογική διοργάνωση που τόσο λαχταρά να δει.
